Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

acte στα ελληνικά
acte
λέγεται
ακτ
.
acte
σημαίνει στα ελληνικά
πράξη / prendre acte το γράφω / acte d’état civil ληξιαρχική πράξη / acte de vente πωλητήριο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Acte unique européen / AUE : ΕΕΠ / Ενιαία Πράξη
- TPIR / Tribunal pour le Rwanda : Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα / Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την εκδίκαση παραβιάσεων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου στο έδαφος της Ρουάντα
- ACTE / comité d'agrément des équipements de télécommunications : ACTE / επιτροπή έγκρισης τερματικού εξοπλισμού
- acte : έγγραφο / δικόγραφο
- ACTE / Comité d'approbation des équipements de télécommunications : ACTE / Επιτροπή Εγκρίσεων Τερματικού Εξοπλισμού
- acte : πράξη
- lois / actes : πράξεις/αποφάσεις
- tort / délit : παράνομη (άδικη) πράξη
- FAIR / Programme d'actions de recherche dans le domaine de l'agriculture et de la pêche : FAIR / ειδικό πρόγραμμα έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης, στον τομέα της γεωργίας και αλιείας (συμπεριλαμβανομένων της γεωργικής βιομηχανίας, της τεχνολογίας τροφίμων, της δασοκομίας, της υδατοκαλλιέργειας και της αγροτικής ανάπτυξης)
- saut / lutte : επίβαση
Subscribe
0 Comments


