Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

action στα ελληνικά
action
λέγεται
αξιόν
.
action
σημαίνει στα ελληνικά
ενέργεια / μετοχή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- action : δράση
- action : μετοχή
- action / action en justice : δικαστική προσφυγή
- action : ενέργεια / ενεργητικότητα
- PIMERB / plan d'interconnexion des marchés énergétiques de la région de la Baltique : BEMIP / σχέδιο διασύνδεσης των αγορών ενέργειας της περιοχής της Βαλτικής
- 7e PAE / 7e programme d’action pour l’environnement : 7o πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον / γενικό ενωσιακό πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον έως το 2020 «Ευημερία εντός των ορίων του πλανήτη μας»
- programme HELIOS / programme d'action communautaire en faveur des personnes handicapées : HELIOS / κοινοτικό πρόγραμμα δράσης υπέρ των ατόμων με ειδικές ανάγκες
Subscribe
0 Comments


