Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

activement στα ελληνικά
activement
λέγεται
ακτιβμάν
.
activement
σημαίνει στα ελληνικά
ενεργά / δραστήρια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pêcher activement : ενεργός αλιεία
- activement et sans réserve : ενεργά και ανεπιφυλάκτως
- prospecter activement des clients : αναζητώ ενεργητικά πελάτες
Subscribe
0 Comments


