Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

adéquat στα ελληνικά
adéquat
λέγεται
αντεκουά
.
adéquat
σημαίνει στα ελληνικά
που ταιριάζει / κατάλληλος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- adéquat : αρμόζων / ανάλογος
- emploi adéquat : αρμόζουσα εργασία / ανάλογη θέση εργασίας
- logement adéquat : κατάλληλη κατοικία
- aérodrome adéquat : επαρκές αεροδρόμιο
- données adéquates : κατάλληλα δεδομένα
- irritation adéquate : ομόλογο ερέθισμα
- excitation adéquate : ομόλογο ερέθισμα
- décision relative à l'adéquation du niveau de protection des données / décision d'adéquation : απόφαση καταλληλότητας
- état de surface adéquat : ικανοποιητική κατάσταση της επιφάνειας
- système adéquat de bourses : πρόσφορο σύστημα χρηματοδότησης;κατάλληλο σύστημα χρηματοδότησης
Subscribe
0 Comments


