Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

adhésif στα ελληνικά
adhésif
λέγεται
αντεζίφ
.
adhésif
σημαίνει στα ελληνικά
αυτοκόλλητο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- adhésif : συγκολλητικό
- adhésif : κολλητική ουσία
- adhésif : συγκόλληση
- adhésif : προσκολλητικό
- adhésif / collant : προσκολλητικόν μέσον
- adhésif : συγκολλητική ύλη
- adhesif / vitrophanie : χαλκομανία
Subscribe
0 Comments


