Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

admettre στα ελληνικά
admettre
λέγεται
αντμέτρ
.
admettre
σημαίνει στα ελληνικά
δέχομαι / παραδέχομαι / μπαίνω / αποδέχομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- livrable / admis en livraison : αποδεκτός
- admettre : να εισαχθεί / να επιτραπεί η εισαγωγή
- admettre : δέχομαι
- air admis : εισερχόμενος αέρας
- titre coté / action cotée : εισηγμένη μετοχή
- TAC / total admissible des captures : TAC / συνολικό επιτρεπόμενο αλίευμα
- GAAP / principes comptables généralement admis : γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές
- admis à tort : κακώς γενόμενο αποδεκτό
- dépense admise : δαπάνες που έχουν γίνει αποδεκτές
- vitesse admise / vitesse autorisée : επιτρεπόμενη ταχύτητα
Subscribe
0 Comments


