Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

administrer στα ελληνικά
administrer
λέγεται
αντμινιστρέ
.
administrer
σημαίνει στα ελληνικά
διαχειρίζομαι / χορηγώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- prix imposé / prix administré : κατευθυνόμενη τιμή
- prix imposé / prix contrôlé : προκαθορισμένη τιμή
- administré : διοικούμενος
- autosoins / soins auto-administrés : αυτοφροντίδα
- MO / objet administré : αντικείμενο υπό διαχείριση
- taux administrés : ρυθμιζόμενα επιτόκια
- économie dirigée / économie dirigiste : σχεδιασμένη οικονομία / κεντροποιημένη οικονομία
- FATA / zones tribales sous administration fédérale : FATA / Ομοσπονδιακά διοικούμενες περιοχές των φυλών του Πακιστάν
- compte administré : λογαριασμός υπό διαχείριση
- activité administrée / activité administrée au patient : χορηγούμενη ενεργότητα
Subscribe
0 Comments


