Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

admissible στα ελληνικά
admissible
λέγεται
αντμισίμπλ
.
admissible
σημαίνει στα ελληνικά
αποδεκτός / εισακτέος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- DMA / EDMA : μέγιστη επιτρεπόμενη ισοδύναμη δόση
- actif éligible / actif admissible : αποδεκτό περιουσιακό στοιχείο
- TAC analytique / total admissible de capture analytique : αναλυτικό TAC / συνολική ποσότητα επιτρεπόμενης σύλληψης
- dose admissible : επιτρεπόμενη δόση
- test admissible : αποδεκτός έλεγχος
- TAC de précaution / total admissible des captures de précaution : προληπτικό TAC / σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων ασφαλείας
- débit admissible : επιτρεπόμενη αφαίρεση,αναρρόφηση
- usure admissible : επιτρεπόμενη φθορά
- écart admissible : αποδεκτή απόκλιση
- charge autorisée / charge admissible : επιτρεπόμενο φορτίο
Subscribe
0 Comments


