Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

affaiblir στα ελληνικά
affaiblir
λέγεται
αφεμπλίρ
.
affaiblir
σημαίνει στα ελληνικά
αποδυναμώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- atténuer / affaiblir : εξασθενίζω
- État faible / État affaibli : εξασθενημένο κράτος
- bande atténuée / bande affaiblie : ζώνη φραγμού
- bande affaiblie : εξασθενημένη ζώνη
- affaiblir un incendie : εξασθενίζω πυρκαϊά
- capacité de jugement diminuée / capacité de jugement affaiblie : μείωση της ικανότητας κρίσεως / ελάττωση της ικανότητας κρίσεως
- bande affaiblie des filtres passe-bande : ζώνη εξασθένησης ζωνοπερατού φίλτρου
Subscribe
0 Comments


