Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

affectation στα ελληνικά
affectation
λέγεται
αφεκτασιόν
.
affectation
σημαίνει στα ελληνικά
διορισμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- affectation : κατανομή/διανομή
- affectation : τοποθέτηση
- imputation / affectation : καταλογισμός / προσδιορισμός
- affectation : προσδιορισμός
- affectation : προσδιοριστικό ζευγάρι
- affectation : εκχώρηση για εκμετάλλευση
- affectation : τμήμα δάσους ειδικού προορισμού
- affectation / assignation : απονομή / εκχώρηση
- affectation : τοποθέτηση/υπηρεσία
- affectation : καθιέρωση ενός αντικειμένου ως δημοσίου πράγματος
Subscribe
0 Comments


