Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

agglomération στα ελληνικά
agglomération
λέγεται
αγκλομερασιόν
.
agglomération
σημαίνει στα ελληνικά
κατοικημένη περιοχή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- agglomération : συσσωμάτωση
- agglomération : σύμπηξη / πελλετοποίηση
- agglomération : (πυκνο)δομημένη περιοχή/οικιστική περιοχή
- agglomération : οικισμός
- conurbation / agglomération : αστικό κέντρο
- agglomération / installation d'enrichissement et d'agglomération : μονάδα εμπλουτισμού και συσσωμάτωσης
- agglomération : συσσωμάτωσις
- agglomération : συνάφεια
- accumulation / agglomération : συσσώρευση
Subscribe
0 Comments


