Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

agrafe στα ελληνικά
agrafe
λέγεται
αγκράφ
.
agrafe
σημαίνει στα ελληνικά
κόπιτσα / συνδετήρας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- agrafe : σύνδεσμος
- agrafe : συνδετήρας συρραφής
- agrafe / agrafe pour suture : συνδετήρας για χειρουργικές ραφές
- agrafe : πόρπη / συνδετήρας
- agrafe : συνδετήρας
- agrafe : συνδετήρας / μεταλλικό κορδόνι
- agrafe : αρμός / σύνδεση
- agrafe : πλάγια ραφή
- cage à agrafe : πλαίσιο συγκράτησης συνδετήρων ασκών καυσίμου
Subscribe
0 Comments


