Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

agricole στα ελληνικά
agricole
λέγεται
αγκρικόλ
.
agricole
σημαίνει στα ελληνικά
αγροτικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- UCA / UC verte : "πράσινη" ΛM / γεωργική λογιστική μονάδα
- agronomie / sciences agricoles : γεωπονία
- drainage / drainage agricole : εργασίες στράγγισης
- PEI-AGRI / partenariat européen d'innovation agricole : ΕΣΚ για την παραγωγικότητα και τη βιωσιμότητα της γεωργίας / Ευρωπαϊκή Σύμπραξη Καινοτομίας για την παραγωγικότητα και τη βιωσιμότητα της γεωργίας
- ECU A / écu vert : ECU Γ / γεωργικό ecu' πράσινο ecu
- AGRITROP / Coopération en information et documentation agricole tropicale et subtropicale : AGRITROP / συνεργασία για την πληροφόρηση και την τεκμηρίωση στον τομέα της τροπικής και υποτροπικής γεωργίας
- Feader / Fonds européen agricole pour le développement rural : ΕΓΤΑΑ / Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης
- agraire / structure agricole : αγροτική διάρθρωση
- COGECA / Confédération générale des coopératives agricoles de l'Union européenne : Γενική Συνομοσπονδία Γεωργικών Συνεταιρισμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση / Γενική Επιτροπή Γεωργικής Συνεργασίας της ΕΕ (Obsolete)
- taux vert / taux de change vert : γεωργική ισοτιμία μετατροπής
Subscribe
0 Comments


