Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

agriculteur στα ελληνικά
agriculteur
λέγεται
αγκρικυλτέρ
.
agriculteur
σημαίνει στα ελληνικά
αγρότης / γεωργός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- agriculteur / exploitant agricole : γεωργός
- fermière / agricultrice : χωρική / γυναίκα γεωργός
- jeune paysan / jeune agriculteur : νεαρός αγρότης
- petit paysan / petit agriculteur : μικρή αγροτική εκμετάλλευση
- maître-agriculteur : αρχιτεχνίτης γεωργίας
- CEJA / Conseil européen des jeunes agriculteurs : CEJA / Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Νέων Γεωργών
- PEJA / programme d'échange de jeunes agriculteurs : PEJA / πρόγραμμα ανταλλαγής των νέων γεωργών
- régime des petits agriculteurs / SFS : SFS / καθεστώς κατόχου μικρής γεωργικής εκμετάλλευσης
- CNJA / Centre national des jeunes agriculteurs : Εθνικό Κέντρο Νέων Γεωργών
- agriculteur forfaitaire / exploitant agricole relevant du régime forfaitaire : αγρότης του κατ' αποκοπήν καθεστώτος / κατ' αποκοπήν φορολογούμενος γεωργός
Subscribe
0 Comments


