Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

aller στα ελληνικά
aller
λέγεται
αλέ
.
aller
σημαίνει στα ελληνικά
πάω / s’en aller φεύγω / je vais aller θα πάω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- aller / voyage d'aller : μετάβαση
- allée / passage : διάδρομος
- allée / couloir : πέρασμα / διάδρομος
- allée / piste de circulation : διάδρομος
- ambler / aller l'amble : πλαγιοδιποδίζω
- FOCC / canal de gestion aller : FOCC / εμπροσθόφορο κανάλι ελέγχου
- allée : διάδρομος
- ALLA / Bureau allié des lignes à grandes distances : ALLA / Οργανισμός Συμμαχικών Γραμμών Μεγάλου Μήκους
- MVA / mycorrhizes VA : MVA / μυκόρριζα VA
- pointer / aller au pointage : εμφανίζομαι στο γραφείο ανεργίας
Subscribe
0 Comments


