Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

allouer στα ελληνικά
allouer
λέγεται
αλουέ
.
allouer
σημαίνει στα ελληνικά
χορηγώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- allouer / affecter : εκχωρώ
- TALFF / niveau total alloué à la pêche étrangère : συνολικές ποσοστώσεις που χορηγούνται στους ξένους αλιείς
- temps alloué : εγκεκριμένος χρόνος
- temps alloué / temps normal : χρόνος αναφοράς / προκαθορισμένος εργασιακός χρόνος
- crédit alloué : διατιθέμενη / διατεθειμένη πίστωση
- crédits alloués / crédits autorisés : διατιθέμενες πιστώσεις
- compte or alloué : λογαριασμός αυτούσιου χρυσού / λογαριασμός χρυσού κατ' είδος
- allouer un crédit / accorder un crédit : χορηγώ πιστώσεις
- alloué par l’UIT : διατεθεί από την ITU
- compte or non alloué : λογαριασμός λογιστικού χρυσού / λογαριασμός χρυσού κατά γένος
Subscribe
0 Comments


