Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

allouer στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
allouer
λέγεται
αλουέ
.
allouer
σημαίνει στα ελληνικά
χορηγώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • allouer / affecter : εκχωρώ
  • TALFF / niveau total alloué à la pêche étrangère : συνολικές ποσοστώσεις που χορηγούνται στους ξένους αλιείς
  • temps alloué : εγκεκριμένος χρόνος
  • temps alloué / temps normal : χρόνος αναφοράς / προκαθορισμένος εργασιακός χρόνος
  • crédit alloué : διατιθέμενη / διατεθειμένη πίστωση
  • crédits alloués / crédits autorisés : διατιθέμενες πιστώσεις
  • compte or alloué : λογαριασμός αυτούσιου χρυσού / λογαριασμός χρυσού κατ' είδος
  • allouer un crédit / accorder un crédit : χορηγώ πιστώσεις
  • alloué par l’UIT : διατεθεί από την ITU
  • compte or non alloué : λογαριασμός λογιστικού χρυσού / λογαριασμός χρυσού κατά γένος

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments