Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

amalgame στα ελληνικά
amalgame
λέγεται
αμαλγκάμ
.
amalgame
σημαίνει στα ελληνικά
αμάλγαμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- amalgame : αμάλγαμα
- plombage / obturation à l'amalgame : πλήρωσις κοιλότητος του σώματος διά βύσματος
- porte-amalgame : διάταξη που φέρει το αμάγαλμα
- pompe à amalgame : αντλία αμαλγάματος
- amalgame d'étain / amalgame stannique : αμάλγαμα κασσίτερου
- amalgame de zinc : αμάλγαμα του ψευδαργύρου
Subscribe
0 Comments


