Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

amande στα ελληνικά
amande
λέγεται
αμάνντ
.
amande
σημαίνει στα ελληνικά
αμύγδαλο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- amande : ψύχα του πυρήνα σαρκώδους φρούτου
- amande : αμύγδαλο
- amande : αμυγδαλοειδές τεμάχιο γυαλιού
- amande : αμύγδαλα / αμύγδαλο
- endosperme / amande farineuse : ενδοσπέρμιο
- amande amère : πικραµυγδαλή
- amande amère : αμύγδαλο πικρό
- amande douce : αμύγδαλο γλυκοπύρηνο
Subscribe
0 Comments


