Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

amiante στα ελληνικά
amiante
λέγεται
αμιάντ
.
amiante
σημαίνει στα ελληνικά
αμίαντος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- amiante : αμίαντος
- amosite / amiante brun : αμοσίτης / γρουνερίτης
- amosite / amiante brun : αμοσίτης (φαιός αμίαντος)
- amiante blanc / chrysotile : χρυσοτίλης / σερπεντινικός αμίαντος
- fibrociment / amiante-ciment : αμιαντοτσιμέντο
- amiante lié : δεσμευμένος αμίαντος
- fibro-ciment / amiante-ciment : αμιαντοτσιμέντο
- amiante brut : ακατέργαστος αμίαντος
- AIA / Association internationale de l'amiante : AIA / Διεθνής Ενωση για τον Αμίαντο
Subscribe
0 Comments


