Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

amplitude στα ελληνικά
amplitude
λέγεται
ανπλιτύντ
.
amplitude
σημαίνει στα ελληνικά
διαφορά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- amplitude : γεωγραφικό πλάτος
- amplitude : πλάτος
- amplitude : εύρος
- amplitude : εύρος / διαφορική αρτηριακή πίεση
- étendue / amplitude : εύρος / κύμανση
- gamme MA / bande à modulation d'amplitude : ζώνη διαμόρφωσης AM / ζώνη διαμόρφωσης πλάτους
- station MA / station à modulation d'amplitude : σταθμός διαμόρφωσης πλάτους
- limiteur / limiteur d'amplitude : ψαλιδιστής
Subscribe
0 Comments


