Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

anémomètre στα ελληνικά
anémomètre
λέγεται
ανεμομέτρ
.
anémomètre
σημαίνει στα ελληνικά
ανεμόμετρο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
