Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

angle στα ελληνικά
angle
λέγεται
ανγκλ
.
angle
σημαίνει στα ελληνικά
γωνία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- angle / coude : ακμή / ασυνέχεια γάστρας
- phase / angle de phase : φάση
- calage / angle de pas : γωνία βήματος πτερυγίων
- site / angle de site : γωνία ανύψωσης / γωνία σκόπευσης σε ανύψωση
- site / élévation : ανύψωση
- azimut / angle d'azimut : αζιμούθιο
- chasse / angle de chasse : γωνία κάστερ
- azimut / angle d'azimut : γωνία αζιμούθιου
- GPAO / glaucome chronique : γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας
- perlèche / angle infectieux : γωνιώδης στοματίτιδα
Subscribe
0 Comments


