Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

animer στα ελληνικά
animer
λέγεται
ανιμέ
.
animer
σημαίνει στα ελληνικά
διευθύνω / animé πολυσύχναστος / έντονος / κινούμενος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- animé : ζωηρή
- groupe MPEG / groupe d'experts sur l'image animée : ομάδα Ειδικών Κινηματογράφου
- train animé / train avec animation : αμαξοστοιχία ψυχαγωγίας
- couche animée / couche instable : ασταθές στρώμα
- images animées : κινούμενες εικόνες
- voiture animée / voiture animation : όχημα αναψυχής
- visionneuse animée : βιζιονέζα για κινηματογραφικές ταινές
- visionneuse animée : βιζιονέζα για κινηματογραφικές ταινίες
- trajet à trafic animé / circulation trafic intense : δίαυλος με αυξημένη ναυσιπλοϊα
Subscribe
0 Comments


