Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

anode στα ελληνικά
anode
λέγεται
ανόντ
.
anode
σημαίνει στα ελληνικά
ανόδιο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- anode / drain : υποδοχή / φρεάτιο
- anode : ηλεκτρόδιο ανόδου / θετικό ηλεκτρόδιο
- anode : άνοδος
- anode en OR : άνοδος από χρυσό
- poutre anode : Στήριγμα ανόδου
- four à anodes : κάμινος ανόδου
- reste d'anode : υπόλειμμα ανόδου
Subscribe
0 Comments


