Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

anthropologie στα ελληνικά
anthropologie
λέγεται
αντροπολοζί
.
anthropologie
σημαίνει στα ελληνικά
ανθρωπολογία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- anthropologie : ανθρωπολογία
- raciologie / anthropologie raciale : εθνολογία
- socio-anthropologie : κοινωνική ανθρωπολογία
- anthropologie pathologique : φυλετική παθολογία
- anthropologie constitutionnelle : ιδιοσυστατική ανθρωπολογία
Subscribe
0 Comments


