Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

antidote στα ελληνικά
antidote
λέγεται
αντιντότ
.
antidote
σημαίνει στα ελληνικά
αντίδοτο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- antidote : αντίδοτο
- emploi des antidotes de la drogue : χρήση αντιδότων των ναρκωτικών
Subscribe
0 Comments


