Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

antiquité στα ελληνικά
antiquité
λέγεται
αντικιτέ
.
antiquité
σημαίνει στα ελληνικά
αρχαία / αρχαιότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- antiquité : αρχαιότητα/αρχαίοι χρόνοι
- antiquités : παλιά αντικείμενα αξίας
- objet d'antiquité / objet ancien (Admitted) : αρχαιολογικό αντικείμενο
- trafic illicite d'antiquités : παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων
- antiquités et autres objets d'art : παλαιά αντικείμενα (αντίκες) και άλλα έργα τέχνης
- acquisitions nettes par les ménages d'antiquités : καθαρές αγορές από μέρους των νοικοκυριών παλαιών αντικειμένων τέχνης
- régime des objets d'art,de collection et d'antiquité : καθεστώς αντικειμένων τέχνης,αρχαιολογικών αντικειμένων και αντικειμένων για συλλογές
- trafic illicite de biens culturels y compris antiquités et oeuvres d'art : παράνομη εμπορία πολιτιστικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των έργων τέχνης και των αρχαιοτήτων / παράvoμη εμπoρία πoλιτιστικώv αγαθώv, συμπεριλαμβαvoμέvωv τωv αρ?αιoτήτωv και τωv έργωv τέ?vης
- régime particulier applicable dans le domaine des biens d'occasion, des objets d'art, de collection ou d'antiquité : ειδικό καθεστώς που εφαρμόζεται στα μεταχειρισμένα αγαθά και στα αντικείμενα καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας
Subscribe
0 Comments


