Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

approuver στα ελληνικά
approuver
λέγεται
απρουβέ
.
approuver
σημαίνει στα ελληνικά
εγκρίνω / επιδοκιμάζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- budget voté / budget approuvé : εγκεκριμένος προϋπολογισμός
- budget voté / budget approuvé : νόμος του προϋπολογισμού / νομοθεσία κατανομής δημόσιων πιστώσεων
- approuvé : εγκεκριμένος
- SDA / statut de destination approuvée : ADS / εγκεκριμένο καθεστώς προορισμού
- approuvé F.D.A. : εγκεκριμένο από την FDA
- norme approuvée / règle approuvée : εγκεκριμένο πρότυπο
- donnée approuvée / donnée confirmée : εγκεκριμένα δεδομένα πτητικής ικανότητας
- être réputé approuvé : θεωρούμαι εγκριθείς
- agréé par l'Autorité / approuvé par l'Autorité : εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή
- procès-verbal approuvé : εγκριθέντα πρακτικά
Subscribe
0 Comments


