Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

approvisionner στα ελληνικά
approvisionner
λέγεται
απροβιζιονέ
.
approvisionner
σημαίνει στα ελληνικά
εφοδιάζω / προμηθεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- avitailler / ravitailler : επισιτίζω / τροφοδοτώ
- approvisionner en carburant : ανεφοδιασμός σε καύσιμα
- plan de retraite approvisionné : λογαριασμός διαχείρισης συντάξεων
- refus d'approvisionner les clients : άρνηση εφοδιασμού των πελατών
- plan de retraite non approvisionné : αυτοχρηματοδοτούμενο πρόγραμμα
Subscribe
0 Comments


