Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

approvisionner στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
approvisionner
λέγεται
απροβιζιονέ
.
approvisionner
σημαίνει στα ελληνικά
εφοδιάζω / προμηθεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • avitailler / ravitailler : επισιτίζω / τροφοδοτώ
  • approvisionner en carburant : ανεφοδιασμός σε καύσιμα
  • plan de retraite approvisionné : λογαριασμός διαχείρισης συντάξεων
  • refus d'approvisionner les clients : άρνηση εφοδιασμού των πελατών
  • plan de retraite non approvisionné : αυτοχρηματοδοτούμενο πρόγραμμα

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments