Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

appuyer στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
appuyer
λέγεται
απυγέ
.
appuyer
σημαίνει στα ελληνικά
στηρίζω / υποστηρίζω / πατάω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • appui-bras / appuie-bras : υποστήριγμα βραχιόνων
  • appui-tete / appuie-tete : προσκέφαλο / στήριγμα κεφαλής
  • appuie-tête : προσκέφαλο (υποστήριγμα κεφαλής)
  • joint appuyé / joint de rail appuyé : εδραζόμενος αρμός σιδηροτροχιάς
  • appuie-tête : προσκέφαλο
  • logement appuyé : παλαιές οικίες / προστατευόμενη κατοικία
  • suture de Bunnell / suture appuyée sur bouton de Bunnell : ραφή Bunnell
  • appuie-tête séparé : χωριστό προσκέφαλο
  • appuie-tête intégré : ενσωματωμένο προσκέφαλο
  • appuie-tête rapporté : αποσπώμενο προσκέφαλο

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments