Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

arbitraire στα ελληνικά
arbitraire
λέγεται
αρμπιτρέρ
.
arbitraire
σημαίνει στα ελληνικά
αυθαίρετος / αυθαιρεσία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- arbitraire : αυθαίρετος
- code arbitraire : αυθαίρετη ένδειξη / αυθαίρετος κώδικας
- accès arbitraire : μη διατεταγμένη πρόσβαση
- valeur arbitraire : αυθαίρετη αξία
- charge arbitraire : έξοδα φορτοεκφόρτωσης εκτός βασικού λιμένα
- échelle arbitraire : αυθαίρετη κλίμακα
- moyenne de travail / moyenne provisoire : λειτουργικός μέσος / αυθαίρετη αρχή αξόνων
- exécution arbitraire : αυθαίρετη εκτέλεση
- intrusion arbitraire : αυθαίρετη παραβίαση / αυθαίρετη επισύνδεση
- caractère arbitraire : αυθαιρεσία
Subscribe
0 Comments


