Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

arcade στα ελληνικά
arcade
λέγεται
αρκάντ
.
arcade
σημαίνει στα ελληνικά
καμάρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- arcade : καμάρα,αψίδα
- voûte / arcade : θόλος
- arcade / ouverture : θυρίδα εργασίας
- arcade : τόξο
- arcade / câblé de harnais : κορδόνι μιταριών ζακάρ
- bande / arcade : σύνδεσμος
- fil d'arcade : σπάγκος(για μηχανές ζακάρ)
- fil d'arcade : σύρμα του ζυγώματος
- arcade basale : βασικόν τόξον
- éperon de Wolff / crête supra-ventriculaire : υπερκοιλιακή ακρολοφία
Subscribe
0 Comments


