Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ardoise στα ελληνικά
ardoise
λέγεται
αρντουάζ
.
ardoise
σημαίνει στα ελληνικά
πέτρινη πλάκα / φέσι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ardoise : πλάκα από σχιστόλιθο
- ardoise : σχιστόλιθος
- ardoise / tablette : υπολογιστής ταμπλέτα
- PDA / organiseur : υπολογιστής τσέπης / υπολογιστής παλάμης
- poudre d'ardoise : σκόνη σχιστολίθου
- crayon d'ardoise : μολύβι από σχιστόλιθο
- crochet à ardoise : γάντζος για τη στερέωση στεγών από σχιστόλιθο
- ardoise d'écolier : πλάκα μαθητού
- ordinateur ardoise : υπολογιστής αβάκιο
- débiteur d'ardoises : πελεκάνος
Subscribe
0 Comments


