Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

armement στα ελληνικά
armement
λέγεται
αρμεμάν
.
armement
σημαίνει στα ελληνικά
οπλισμός / εξοπλισμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- armement : κρέμασμα διχτυού / ανάρτηση δικτύου(καθ.)
- armement : οπλισμός
- armement / matériel militaire : στρατιωτικό υλικό
- armement / compagnie maritime : ναυτιλιακή εταιρία
- armement : εφοπλιστές
- armement : πλοιοκτησία, εταιρεία, πλοιοκτητική εταιρεία
- service commissariat / assistance à la restauration ou au service du commissariat(catering) : υπηρεσίες τροφοδοσίας
- courtier / courtier en armements : μεσίτης όπλων (Preferred) / διαμεσολαβητής με αντικείμενο όπλα
- armement : όπλο
Subscribe
0 Comments


