Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

aromate στα ελληνικά
aromate
λέγεται
αρομάτ
.
aromate
σημαίνει στα ελληνικά
μυρουδικό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- aromate / herbe aromatique : μυρωδικά / αρωματικά φυτά
- biscuit croquant / croquet aux aromates : μπισκοτάκια ορεκτικά
- hydromel aux aromates : αρωματικό υδρόμελι
Subscribe
0 Comments


