Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

arracher στα ελληνικά
arracher
λέγεται
αρασέ
.
arracher
σημαίνει στα ελληνικά
ξεριζώνω / βγάζω / αρπάζω / σκίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- collage / arrachés : Θέση συγκόλλησης
- arraché : Kολλημένος πυθμένας
- tire-poulie / arrache-roue : εξολκέας τροχών
- arrache-clou : τανάλια για καρφιά
- verre arraché : Γυαλί που προέρχεται από αποκόμματα
- arrache porte / arracheuse de porte : μηχανισμός ανοίγματος θυρών
- arrache-fanes / défaneuse type rouleau : μηχανή καταστροφής υπεργείων φυτικών τμημάτων κυλινδρικού τύπου
- arrache-pignon : εξολκέας
- bague arrachée / arraché sous la bague : σχισμή κάτω από το στόμιο
- arrache-disque / arrache-poulie : εξολκέας δίσκων
Subscribe
0 Comments


