Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

arrivée στα ελληνικά
arrivée
λέγεται
αριβέ
.
arrivée
σημαίνει στα ελληνικά
ερχομός / τέρμα / άφιξη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- arrivée : συλλεκτήρας
- arrivée / recette : πάτωμα χάραξης κοπής
- arrivée : πύλη αγωγού άφιξης
- palier / arrivée : πλατύσκαλο
- débit / apport : διακίνηση
- côté face / côté arrivée(B) : οπίσθιο μέρος της υαλοταινίας
- d'arrivée : εισερχόμενος
- PCV / PerCeVoir : κλήση με χρέωση του καλουμένου
- ESGA / élément de sélection de groupe d'arrivée : πλαίσιο εισερχόμενης ζεύξης / πλαίσιο εισερχόμενου ζευκτικού κυκλώματος
- HAE / HAP : εκτιμώμενη ώρα άφιξης / υπολογιζόμενη ώρα άφιξης
Subscribe
0 Comments


