Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

arrondir στα ελληνικά
arrondir
λέγεται
αρονντίρ
.
arrondir
σημαίνει στα ελληνικά
στρογγυλεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- arrondir : στρογγυλοποιώ
- soucoupe / fond arrondi : σχηματισμός "σουπιέρας"
- arrondi : επίπλευση
- arrondi : αυτόματη επίπλευση
- arrondi : οριζοντίωση πριν την προσγείωση
- arrondi : στρογγύλεμα
- s'écouler / se tendre : συνεπιπεδώνω
- arrondi : στρογγυλεμένο
Subscribe
0 Comments


