Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

arsenal στα ελληνικά
arsenal
λέγεται
αρσενάλ
.
arsenal
σημαίνει στα ελληνικά
οπλοστάσιο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gear / popote : εργαλεία
- START / Traité sur la réduction des arsenaux stratégiques : START
- arsenal nucléaire : πυρηνικό οπλοστάσιο
- arsenal législatif : νομοθετικό πλαίσιο
- contrôle de l'élimination des arsenaux nucléaires;contrôle du démantèlement des armes nucléaires : έλεγχος διασφαλίσεων του αφοπλισμού των πυρηνικών όπλων
Subscribe
0 Comments


