Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

asiatique στα ελληνικά
asiatique
λέγεται
αζιατίκ
.
asiatique
σημαίνει στα ελληνικά
Ασιάτης / ασιατικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- choléra / choléra asiatique : χολέρα
- ASEAN (Preferred) / ANASE : Σύνδεσμος κρατών της Νοτιοανατολικής Ασίας (Preferred) / ASEAN
- lion d'Asie : ασιατικός λέων / ασιατικό λεοντάρι
- ASACR / Association sud-asiatique de coopération régionale : SAARC / Ένωση της νότιας Ασίας για την περιφερειακή συνεργασία
- Banque asiatique de développement / BAD : BAsD / Aσιατική Tράπεζα Aνάπτυξης
- pluvier fauve / pluvier doré asiatique : χρυσοπούλι
- OCCA / Organisation de coopération centrasiatique : CACO / Οργανισμός συνεργασίας της Κεντρικής Ασίας
- sha / uria : άγριος κριός της Ασίας
- choléra morbus / choléra asiatique : ασιατική χολέρα
- FAsD / Fonds asiatique de développement : Ασιατικό Ταμείο Ανάπτυξης
Subscribe
0 Comments


