Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

asperge στα ελληνικά
asperge
λέγεται
ασπέρζ
.
asperge
σημαίνει στα ελληνικά
σπαράγγι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- asperge : σπαράγγι / σπαράγγια
- asperge : σπαράγγι
- platyparée / mouche de l'asperge : μύγα του σπαραγγιού
- SA / syndrome d'Asperger : σύνδρομο Asperger / αυτιστική ψυχοπαθητική διαταραχή (Obsolete)
- dolique géante / dolique-asperge : δόλιχος γίγαντας
- asparagiculteur / producteur d'asperges(B) : καλλιεργητής σπαραγγιών
- dolique asperge / haricot asperge : βίγνα η ημιτριπόδιος
- asperge blanche : λευκό σπαράγγι
- griffe d'asperge : ρίζωμα σπαραγγιού
- pelle à asperges : σπάτουλα για το σερβίρισμα των σπαραγγιών
Subscribe
0 Comments


