Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

assaillir στα ελληνικά
assaillir
λέγεται
ασαγίρ
.
assaillir
σημαίνει στα ελληνικά
ταράζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- assailli par une tempête : παγιδευμένος σε μια θύελα
Subscribe
0 Comments


