Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

atterrir στα ελληνικά
atterrir
λέγεται
ατερίρ
.
atterrir
σημαίνει στα ελληνικά
προσγειώνομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- atterrir : ξαναπροσγειώνομαι
- atterrir : βλέπω ξηρά
- déborder / atterrir long : προσγειώνομαι μακρύς / επιχειρώ επανακύκλωση γιά νέα προσέγγιση
- atterrir : προσεδαφίζομαι
- autorisé à atterrir : ελεύθερος για προσγείωση
Subscribe
0 Comments


