Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

attraper στα ελληνικά
attraper
λέγεται
ατραπέ
.
attraper
σημαίνει στα ελληνικά
πιάνω / αρπάζω / προλαβαίνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- clause balai / clause "attrape-tout" : περισυλλεκτική ρήτρα
- bonbon attrape : ζαχαρωτό-έκπληξη
- attrape-mouches / piège à insectes : εντομοπαγίδα
Subscribe
0 Comments


