Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

aube στα ελληνικά
aube
λέγεται
ομπ
.
aube
σημαίνει στα ελληνικά
αυγή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pale (Preferred) / aube : πτερύγιο δρομέα
- aube / ailette : κάδος / πτερύγιο
- aube : φτερό
- aube : πτερύγιο
- aube : πτερύγιο / οδηγό πτερύγιο
- aube / ailette : πτερύγιο
- aile / ailette : πτερύγιο στροβίλου / πτερύγιο τουρμπίνας(κν.)
- balai / aube mobile : πτερύγιο
- aubes / pales : πτερύγια
- ventelle / aube de prérotation : εμπρόσθιο οδηγό πτερύγιο
Subscribe
0 Comments


