Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

autel στα ελληνικά
autel
λέγεται
οτέλ
.
autel
σημαίνει στα ελληνικά
βωμός / αγία τράπεζα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- autel : βωμός / Αγία Τράπεζα
- mur d'autel / mur d'écran : τοίχος μεταξ ύ λεκάνης τήξης και διαύγασης
- autel du foyer : εστία καύσεως / χώρος καύσεως
- autel de foyer : μπαξάκι / βωμός εστίας καύσης
Subscribe
0 Comments


