Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

autocollant στα ελληνικά
autocollant
λέγεται
οτοκολάν
.
autocollant
σημαίνει στα ελληνικά
αυτοκόλλητο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- autocollant : αυτοκόλλητο
- vignette-visa : αυτοκόλλητο θεώρησης' αυτοκόλλητη θεώρηση
- tissu adhésif / tissu autocollant : αυτοκόλλητο ύφασμα
- rustine / pastille autocollante : μαστίχη βουλκανιζαρίσματος
- emplâtre adhésif / emplâtre collant : προσκολλητικό έμπλαστρο
- visa autocollant : αυτοκόλλητη θεώρηση
- bande autocollante / ruban auto-adhésif : αυτοκόλλητη ταινία
- adhésif autocollant : συγκολλητική ουσία ευαίσθητη σε πίεση
- feuille autocollante : πλαστικοποίηση
Subscribe
0 Comments


