Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

automatique στα ελληνικά
automatique
λέγεται
οτοματίκ
.
automatique
σημαίνει στα ελληνικά
αυτόματος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- automatique : αυτόματος
- automatique / système automatique : αυτόματος εξοπλισμός
- automatique / pistolet automatique : αυτόματο πιστόλι
- automatique : αυτοματική
- prélèvement / prélèvement automatique : άμεση χρέωση / αυτόματη εξόφληση λογαριασμών
- isonivelage / renivelage automatique : επαναστάθμιση / αυτόματη επαναστάθμιση
- avant-foyer / chargeur automatique : προθάλαμος εστίας / αυτόματος τροφοδότης άνθρακος
- palettiseur / palettiseuse automatique : Aυτόματος συσκευαστής σε παλέττες
- CAA,CAG / antifading : αντιδιαλειπτική διάταξη / αυτόματη ρύθμιση απολαβής
- DAB / bancomat : μηχάνημα αυτόματης ανάληψης μετρητών
Subscribe
0 Comments


