Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

autorisation στα ελληνικά
autorisation
λέγεται
οτοριζασιόν
.
autorisation
σημαίνει στα ελληνικά
άδεια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- autorisation : αδειοδότηση
- autorisation : εξουσιοδότηση/άδεια
- autorisation : άδεια/αποδοχή
- autorisation : άδεια
- autorisation : άδεια / έγκριση
- autorisation : εξουσιοδότηση
- autorisation : εγκρίσεις
Subscribe
0 Comments


