Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

autrichien στα ελληνικά
autrichien
λέγεται
οτρισιάν
.
autrichien
σημαίνει στα ελληνικά
Αυστριακός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- A-TACS / système de communication autrichien à accès total : A-T.A.C.S. / Αυστριακό επικοινωνιακό σύστημα ολικής πρόσβασης
- ATS / Sch : ATS / Sch
- ATS / schilling autrichien : ATS / Σελίνι Αυστρίας
- ÖVP / Parti populaire autrichien : ÖVP / Λαϊκό Κόμμα Αυστρίας
- ATS / schilling autrichien-code ISO : σελίνι Αυστρίας / αυστριακό σελίνι
- Conseil fédéral autrichien / MUL : Ομοσπονδιακό Συμβούλιο της Δημοκρατίας της Αυστρίας
- Conseil national autrichien / MUL : Εθνικό Συμβούλιο της Δημοκρατίας της Αυστρίας
- caisse d'épargne de la Poste autrichienne : αυστριακό ταχυδρομικό ταμιευτήριο
- fédération des institutions autrichiennes d'assurances sociales : ΄Ενωση των Αυστριακών Ιδρυμάτων Κοινωνικής Ασφαλίσεως
- centre d'études autrichien sur la paix et la résolution des conflits : Αυστριακό Κέντρο Μελετών για την Ειρήνη και την Επίλυση των Συγκρούσεων
Subscribe
0 Comments


